δεύτερον


δεύτερον
во второй раз

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "δεύτερον" в других словарях:

  • δεύτερον — δεύτερος second masc acc sg δεύτερος second neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεύτερος — η, ο και δεύτερος, δευτέρα, ο (AM δεύτερος, α, ον) Ι. 1. αυτός που φθάνει, έρχεται ή γίνεται αμέσως μετά τον πρώτο (σε διαδοχή χρόνου) (α. «τερμάτισε δεύτερος» β. «γεννήθηκε δεύτερος» γ. «δεύτερος αὖ προΐει ἔγχος» έσυρε δεύτερος το ξίφος) 2.… …   Dictionary of Greek

  • μικροεπεξεργαστής — Είναι η κεντρική μονάδα επεξεργασίας (CPU) των μικροϋπολογιστών για τη σχεδίαση και την κατασκευή της οποίας έχει χρησιμοποιηθεί μόνο ένα ολοκληρωμένο κύκλωμα (τσιπ). Ο μ. αποτελεί τη βασική μονάδα εκτέλεσης υπολογισμών και ελέγχου ενός… …   Dictionary of Greek

  • GALLICINIUM — ἡ ἀλεκτοροφωνία, Marci c. 13. v. 30. tempus est antelucanum, quo matutina avis, gallus, cantu suo ad laborem homines excitat: et quidem proprie medium inter μεςονόκτιον, et mane, ut definit Evangelista: Mediâ nocte, gallicinio aut mane. Unde… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • REX Omnium — πάντων Βαςιλεὺς, apud Platonem, in Timaeo, et Ep. 2. ubi Dionysio de prima Natura interroganti Philosophus respondet, Φραςτέον δή ςοι δἰ αἰνιγμῶν; ἵν᾿ ἄν τι ἡ δέλτος ἤ πόντου ἢ γῆς εν πτοχαῖς πάθῃ, ὁ ἀναγνοὺς μὴ γνῶ ὧδε γὰρ ἔχει, περὶ τῶν ΠΑΝΤΩΝ… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Ελλάδα - Τέχνη (Βυζάντιο) — Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΤΕΧΝΗ Για τους περισσότερους ανθρώπους το Βυζάντιο αντιπροσωπεύει ένα κράτος που επέζησε για σχεδόν 1.200 χρόνια και συνέβαλε σημαντικά στη διάδοση του χριστιανισμού και στη διαφύλαξη του αρχαίου ελληνικού και ρωμαϊκού πνεύματος. Για… …   Dictionary of Greek

  • ԵՐԿՐՈՐԴ — (ի, աց կամ ից, աւ, իւ, օք իւք.) NBH 1 0702 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 6c, 7c, 8c, 12c ա. δεύτερος secundus, alter Զկնի առաջնոյն յաջորդն կամ յետինն. վերջինն յերկուց. միւսն. *Օր երկրորդ: Անուն գետոյն երկրորդի գեհովն:… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • ԿՐԿԻՆ — (կրկնոյ, ով. ʼի կրկնում.) NBH 1 1134 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 6c, 8c, 10c, 11c, 12c, 13c ա. διπλόος, διπλοῦς, διπλάσιος , δισσός duplex, duplus, geminus. Երկպատիկ. երկրորդեալ. երկրորդ. երկեակ. զոյգ. որ ինչ դարձ առնէ… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • Liste griechischer Phrasen/Kappa — Kappa Inhaltsverzeichnis 1 Καὶ εἶδον οὐρανὸν καινὸν καὶ γῆν καινήν· …   Deutsch Wikipedia

  • Adamántios Koraïs — Αδαμάντιος Κοραής Adamántios Koraïs Nom de naissance Ἀδαμάντιος Κοραῆς Autres noms Adamance Coray …   Wikipédia en Français

  • Древнегреческий язык — Самоназвание: ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα …   Википедия